9 Σεπ 2008

Το σάουντρακ του 20ού αιώνα

Αλεξ Ρος - Το σάουντρακ του 20ού αιώνα

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΟΙΚΟΝΟΜΑΚΟΥ από εδώ

Το βιβλίο του «The Rest is Noise, Listening to the 20th Century» είναι μια πολιτισμική ιστορία της κλασικής μουσικής του 20ού αιώνα. Και εκδοτικό φαινόμενο.

«Σύμφωνα με την κυρίαρχη άποψη, μετά το 1900 γεννιόταν μόνο περίπλοκη, μοντέρνα μουσική που ακούγεται σαν θόρυβος. Γι' αυτό και η ειρωνεία στον τίτλο», λέει ο Αλεξ Ρος, εξηγώντας γιατί διάλεξε να παραφράσει τα τελευταία λόγια του Αμλετ. Ο σαραντάχρονος δημοσιογράφος έχει χαρακτηριστεί «ο καλύτερος ακροατής στην Αμερική». Το βιβλίο του «Τα υπόλοιπα είναι θόρυβος. Ακούγοντας τον 20ό αιώνα», που εκδόθηκε πέρσι, βρίσκεται στην έβδομη ανατύπωση και μεταφράζεται σε 14 γλώσσες. Ηταν υποψήφιο για το Βραβείο Πούλιτζερ, κέρδισε το βραβείο της Εθνικής Ενωσης Κριτικών Βιβλίου και οι «Τάιμς της Νέας Υόρκης» το συμπεριέλαβαν στα δέκα καλύτερα βιβλία του 2007. Αυτό το μπεστ σέλερ των 600 σελίδων θεωρείται ήδη κλασικό.

Ο Τσάρλι Πάρκερ ήταν μεγάλος θαυμαστής του Στραβίνσκι, ο οποίος με τη σειρά του αγαπούσε τη μουσική του Bird
Από τη Βιέννη και το Παρίσι των αρχών του περασμένου αιώνα, όπου ο Σένμπεργκ και ο Στραβίνσκι θα προκαλούσαν δύο από τα πιο διάσημα σκάνδαλα στην ιστορία της μουσικής, έως τον μινιμαλισμό του Τζον Ανταμς, ο Αλεξ Ρος παρασύρει τον αναγνώστη σε μια γοητευτική περιπλάνηση που φωτίζει τη σχέση ανάμεσα στα μουσικά ρεύματα, τους συνθέτες, τα προσωπικά τους δράματα και τις πολιτικοκοινωνικές συνθήκες στις οποίες έζησαν και δημιούργησαν - τη φρίκη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, την ταραχώδη Δημοκρατία της Βαϊμάρης στο Βερολίνο, την άνοδο του ναζισμού, τον σοβιετικό τρόμο, τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου.

Παρατηρήσατε πώς σπεύδουμε στα μουσεία για να δούμε Πικάσο και Πόλοκ, διαβάζουμε Κάφκα και Τζόις, αλλά θεωρούμε φυσικό να μην έχουμε ιδέα για τη μουσική που έγραφαν τον ίδιο αιώνα ο Σένμπεργκ και ο Σιμπέλιους...

«Ναι, είναι μυστήριο. Νομίζω πως έχει να κάνει με το γεγονός πως οι άνθρωποι έρχονται σε επαφή με τη μοντέρνα τέχνη του 20ού αιώνα σε μικρή ηλικία. Ολα τα παιδιά μαθαίνουν στο σχολείο για τον Πικάσο και κάνουν εκπαιδευτικές επισκέψεις σε μουσεία. Ακόμη κι αν η μοντέρνα τέχνη τα μπερδεύει ή τα ξενίζει σε τόσο μικρή ηλικία, με τον καιρό εκπαιδεύονται, μαθαίνουν να την εκτιμούν και να την αγαπούν. Κάπως έτσι εξοικειώνονται στην πορεία των σπουδών τους και με τα λογοτεχνικά κείμενα και τη θεωρία της λογοτεχνίας. Οσον αφορά, όμως, τη μουσική τους παιδεία, η κατάσταση είναι διαφορετική.
Συνήθως, στο σχολείο, δεν έρχονται καθόλου σε επαφή με την κλασική μουσική. Σε ελάχιστες περιπτώσεις μπορεί να διδαχτούν κάποια πράγματα γύρω από τη μουσική του 19ου, αλλά ποτέ του 20ού αιώνα».

Η αφήγησή σας ξεκινάει το 1906 με την πρεμιέρα της «Σαλώμης» του Στράους, στο Γκρατς. Το κοινωνικό κλίμα της εποχής επηρέασε τη σύνθεση αυτής της επαναστατικής όπερας;

«Εμμέσως, ναι. Πρόκειται για μια σύνθεση που ισορροπεί ανάμεσα στον 19ο και τον 20ό αιώνα. Ενώ με έναν τρόπο είναι πολύ ρομαντική, έχουμε ξαφνικά αυτόν τον εντελώς νέο ήχο, αυτήν τη διαφωνία, κάποιαν ιδιαίτερη τραχύτητα στη δομή, που είναι προϊόντα του 20ού αιώνα και υπαινίσσονταν τη συνάντηση και τη σύγκρουση ανάμεσα σε διαφορετικές κουλτούρες. Υποθέτω πως ο Στράους είχε στον νου του την εποχή της γέννησης του Ιησού και τις διάφορες κουλτούρες της Μέσης Ανατολής εκείνη την περίοδο. Και νομίζω πως η όπερα λειτουργούσε σαν μεταφορά για την Ευρώπη του καιρού του, που βίωνε μια περίοδο αστάθειας, ρήξης με τον παλιό κόσμο».

Αν δεν ακούγεται παρατραβηγμένο, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η μουσική του 20ού αιώνα προβλέπει τις κοινωνικές αλλαγές που έπονταν, αντί να τις αντανακλά;

«Με επιφύλαξη, θα έλεγα ναι. Ενστικτωδώς και μόνο, έχω την εντύπωση πως αυτό συμβαίνει με την "Ιεροτελεστία της Ανοιξης", το 1913 στο Παρίσι, μια πρωτεύουσα που εξακολουθούσε να είναι πολύ αριστοκρατική. Υπήρχε πρωτόγονη ενέργεια στη μουσική του Στραβίνσκι που ερχόταν από κάπου πολύ μακριά και ταυτόχρονα υπήρχε μια νέα αντίληψη για τον ρυθμό, που παρεμπιπτόντως έμελλε να έχει τεράστια επιρροή στη μουσική δημιουργία των επόμενων δεκαετιών. Εχω την αίσθηση πως η "Ιεροτελεστία" ήταν προφητικό έργο, με την έννοια πως προέβλεπε αυτό που θα ερχόταν - η τάξη πραγμάτων στην Ευρώπη θα διαλυόταν και νέες φωνές, μη ευρωπαϊκές, μη δυτικές θα έρχονταν στο προσκήνιο. Και παρόλο που δεν είναι κάτι που μπορεί να αποδειχτεί, νομίζω πως προβλέπει επίσης την ανάδυση της μαζικής κουλτούρας».

Οι κλασικοί συνθέτες πώς επηρεάστηκαν από την ανάδυση της τζαζ;

«Ο Στραβίνσκι ήταν ανάμεσα στους πρώτους που αντιλήφθηκαν τη σημασία της τζαζ, αμέσως μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Επίσης ο Νταριούς Μιγιό ήταν λάτρης της τζαζ και η "Δημιουργία του Κόσμου" παραμένει, κατά τη γνώμη μου, μία από τις καλύτερες κλασικές συνθέσεις που στηρίζονται στην τζαζ. Κι έπειτα υπάρχει το φαινόμενο Τζορτζ Γκέρσουιν - είναι ένας κλασικός συνθέτης με επιρροές από την τζαζ, ή ξεκίνησε ως συνθέτης τζαζ και εξελίχτηκε σε κλασικό; Υπήρξαν περίοδοι, ειδικά στη Νέα Υόρκη των δεκαετιών του '20 και του '30, που οι δύο κόσμοι βρίσκονταν πολύ κοντά και οι συνθέτες κινούνταν ανάμεσα στα δύο είδη, πράγμα που σημαίνει πως είναι αδύνατο να τους κατατάξεις αυστηρά σε ένα είδος».

Το ενδιαφέρον του Χίτλερ και του Στάλιν για τη μουσική πόσο επηρέασε την εξέλιξη της κλασικής μουσικής;

«
Οι δεκαετίες του '30 και του '40 είναι μια φρικτή περίοδος στην ιστορία της μουσικής. Μιλάμε για δύο εγκληματίες, δύο δικτάτορες που με έναν τρόπο πράγματι αγαπούσαν τη μουσική, κάτι που οπωσδήποτε είναι δυσάρεστο. Ειδικά στην περίπτωση του Χίτλερ, το κριτήριό του όσον αφορά τη μουσική που προτιμούσε, δεν ήταν απαραιτήτως για τα σκουπίδια. Οταν διατύπωνε απόψεις για τους συνθέτες που του άρεσαν, όπως ο Βάγκνερ, ήξερε τι έλεγε. Ετσι τα πράγματα ήταν πολύ επικίνδυνα για τους μουσικούς. Στο μεταξύ, όμως, εκείνη η περίοδος ήταν δύσκολη και για έναν ακόμη λόγο: η Ιστορία έτρεχε πιο γρήγορα στη διάρκεια του 20ού αιώνα, η ανάδυση της μαζικής κουλτούρας δεν ευνοούσε την κλασική μουσική, οι συνθέτες αισθάνονταν πως η εποχή τούς ξεπερνάει, αισθάνονταν απειλημένοι -και ξαφνικά έχεις τον Ρίχαρντ Στράους να διευθύνει στο Μπαϊρόιτ και ο Χίτλερ τον προσεγγίζει, του λέει πως θέλει να συμμετέχει στη μουσική ζωή της Γερμανίας και ο Στράους κολακεύεται. Επειτα ο Σοστακόβιτς στη Σοβιετική Ενωση είχε μια πολύ περίεργη σχέση με τον Στάλιν. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να μιλήσουμε με βεβαιότητα για το τι συνέβαινε. Αλλοτε ο Σοστακόβιτς έμοιαζε να δουλεύει για το σύστημα, άλλοτε έμοιαζε να το πολεμάει. Του Στάλιν άλλοτε του άρεσε η μουσική του Σοστακόβιτς, άλλοτε τον εξόργιζε, άλλοτε αδιαφορούσε εντελώς. Γενικά οι συνθέτες στη Σοβιετική Ενωση ποτέ δεν ήξεραν πού στέκονταν. Τη μια στιγμή τους θεοποιούσαν, την επόμενη τους κατέστρεφαν. Αυτό μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην τρέλα, και πρέπει να παραδεχτούμε πως ήταν θαύμα που κάτω από τέτοιες συνθήκες συνέχιζαν να εργάζονται και να δημιουργούν. Μπορεί όλα τα έργα που έγραψαν εκείνα τα χρόνια να μην είναι σημαντικά, αλλά συνέθεσαν και αριστουργήματα. Μερικές φορές καταδικάζουμε τη στάση τους, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούμε πραγματικά να φανταστούμε πώς πρέπει να ήταν να προσπαθείς να ζήσεις σαν καλλιτέχνης εκείνα τα χρόνια».

Η άνοδος του ναζισμού και η επικράτηση αργότερα του σοβιετικού ολοκληρωτισμού φρέναραν μεν την εξέλιξη της μουσικής στην Ευρώπη, είχαν όμως κι ένα άλλο αποτέλεσμα: πολλοί Ευρωπαίοι συνθέτες αναζήτησαν καταφύγιο και δημιουργική διέξοδο στις ΗΠΑ.

«Ηταν τεράστιο δώρο ο ερχομός τόσων ταλαντούχων ανθρώπων, οι οποίοι έγραψαν μουσική εδώ, δίδαξαν και μετέδωσαν την πείρα τους σε νέους συνθέτες. Η παρουσία και η δουλειά τους συνδέεται άμεσα με τον πλούτο της αμερικανικής μουσικής μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Και δεν ήταν πάντα εύκολη η ζωή γι' αυτούς στην Αμερική. Οταν έφτασε ο Μπάρτοκ στη Νέα Υόρκη ήταν πάμφτωχος, ο Σένμπεργκ ποτέ δεν ένιωσε άνετα, ο Στραβίνσκι τα κατάφερε πολύ καλύτερα - εξελίχτηκε σε ένα είδος ποπ ινδάλματος. Ηταν πολύ καλός στην επικοινωνία, ευπροσάρμοστος, με έναν τρόπο αμερικανοποίησε τον εαυτό του. Κι έπειτα υπάρχουν άλλοι, όπως ο Κουρτ Βάιλ, που έγραψε μουσική για το Μπρόντγουεϊ. Φτάνοντας εδώ ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους και η επιρροή τους άγγιξε πολλούς μουσικούς και πολλούς χώρους».

Η εποχή μας ευνοεί την κλασική μουσική;

«Νομίζω πως διανύουμε μια καταπληκτική εποχή όσον αφορά τόσο τη σύνθεση έργων κλασικής μουσικής όσο και τη διάδοσή τους.
Περισσότεροι άνθρωποι από οποιαδήποτε άλλη στιγμή στην ιστορία του κόσμου ακούνε, γνωρίζουν και αγαπούν την κλασική μουσική. Μπορεί τα μέσα ενημέρωσης να μην αφιερώνουν τόσο χώρο όσο παλιότερα στην κλασική μουσική, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως έχει πάψει να είναι δημοφιλής. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Στις ΗΠΑ έχουμε περισσότερες συναυλίες, όπερες και ορχήστρες από ποτέ. Κι έπειτα, εκτός από το ευρωπαϊκό και το αμερικανικό κοινό, υπάρχουν η Κίνα και άλλες χώρες της Ασίας, όπου το ενδιαφέρον για την κλασική μουσική είναι τεράστιο.

Εχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τον 19ο ως τον χρυσό αιώνα της κλασικής μουσικής, αλλά ξεχνάμε πως τότε ελάχιστοι άνθρωποι είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν συναυλίες και οι περισσότεροι από αυτούς ζούσαν στην Ευρώπη και λιγότεροι στην Αμερική. Συντελείται μια τεράστια αλλαγή. Νομίζω πως στον αιώνα μας θα δούμε να αναδύονται σπουδαίοι συνθέτες από χώρες εκτός της Ευρώπης και των ΗΠΑ».



«Σου αρέσει ο Στόκχαουζεν, αλλά δεν το ξέρεις»

Μπγιορκ
Κάρλχαϊντς Στόκχαουζεν


«Κάποιος που ακούει Μπγιορκ, Radiohead ή Sonic Youth, ίσως δεν γνωρίζει πως η μουσική τους φέρει μεγάλες επιρροές από κλασικούς συνθέτες. Αν το μάθει, μπορεί και να αναζητήσει τα έργα τους», λέει ο Ρος. Τι είδους επιρροές πρέπει να αναζητήσω όταν ακούω Radiohead; «Ο κιθαρίστας του γκρουπ, ο Τζόνι Γκρίνγουντ, είναι μεγάλος φαν του Μεσιάν, και αυτό είναι φανερό στην αλληλουχία των συγχορδιών που επιλέγει. Επίσης διακρίνεται η επιρροή συνθετών της μεταπολεμικής αβάν γκαρντ, όπως ο Πεντερέτσκι. Κι όσο για την Μπγιορκ, μεγάλωσε ακούγοντας Κέιτζ και Στόκχαουζεν». Αρα, εφόσον μου αρέσουν τα κομμάτια της, μου αρέσει ήδη ο ήχος του Στόκχαουζεν; «Ακριβώς».

Το playlist του 20ού αιώνα

* Schoenberg, Berg, and Webern, «Pieces for Orchestra», Levine/Berlin Philarmonic (DG/ArkivMusik.com)

* Stravinski, «Rite of Spring», «Petrushka», Stravinski/Columbia Symphony (Sony)

* Bartok, «Concerto for Orchestra and music for Strings, Percussion, and Celesta», Reiner/Chicago Symphony (RCA)

**Sibelius, Symphonies Nos. 4- 7, Karajan/Berlin Philarmonic (DG)

* Britten, «Peter Grimes», Davies/Royal Opera House (Philips)

* «Copland the Populist», Tilson Thomas/San Fransisco Symphony (RCA)

* Shostakovich, Symphonies Nos. 5 and 9, Bernstein/New York Philarmonic (Sony)

* Messiaen, «Quartet for the End of Time», Tashi (RCA)

* Ligeti, «Atmospheres» and «Lontano», Nott / Berlin Philarmonic (Teldec)

* Reich, «Music for 18 Musicians» (ECM)


Στο εξαιρετικό vencerem (22ος κύκλος, αλλά όλοι οι κύκλοι αξίζουν μελέτης, καθώς μουσική είναι πολλά άλλα πλην του Βαζαίου, του Γονίδη και του δημοφιλούς Σαλαμπάση) μπορείτε να βρείτε όλα αυτά τα άλμπουμς για να τα κατεβάσετε, να τα ακούσετε (και μετά, αν σας αρέσουν, να τα διαγράψετε από τον υπολογιστή σας και να αγοράσετε τα πρωτότυπα άλμπουμ, όπως οφείλετε όλοι).

Δόξα τω Θεώ έχουμε λεφτά (τώρα τελευταία μάλιστα στη Μονή Βατοπεδίου ισχύει και το "δόξα τα λεφτά έχουμε Θεό")

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

ευχαριστω για το link

antiparos-blog είπε...

Το Vencerem έχει πργματικά links για σπουδαία μουσική. Η πεμπτουσία του ερασιτέχνη ακροατή