18 Νοε 2008

τα μεταξωτά βρακιά θέλουν κι επιδέξιους βόλους




Όσο κι αν το antiparos-blog προσπαθεί να απέχει από ζητήματα μικροπολιτικής και κομματολαγνείας έρχονται τα ίδια τα γεγονότα να προκαλέσουν το σχόλιό του.

Ο μικρός Δημητράκης είχε βόλους. Πολλούς βόλους. Τους είχε κερδίσει με την αξία του, ήταν ο πιο καλός και ικανός βολάκιας απ' όλα τα άλλα παιδιά της γειτονιάς στην Κάτω Ακρογιαλιά. Έτσι, λίγο χάρη στην ικανότητά του και λίγο με το σπρώξιμο των άλλων παιδιών έγινε νομοτελειακά ο αρχηγός όλης της παρέας στη γειτονιά.
ο Γειτονάρχης
Σα συνετός και δίκαιος αρχηγός ήξερε πως έπρεπε να μοιράζει τους βόλους και στα άλλα παιδιά, ακόμα και στα πιο αδικημένα από τη φύση. Κάθε τόσο ο γειτονάρχης λοιπόν υπολόγιζε πόσους βόλους χρειαζόταν το κάθε παιδί και αναλόγως του έδινε για να μπορεί να συμμετέχει στο παιχνίδι. Συχνά, μάλιστα, φόραγε την πράσινη ζακετούλα (που του είχε πλέξει ο θείος Ρήγας, που τον επισκεπτόταν συχνά) σαν μπέρτα, κουμπώνοντας μόνο το πάνω κουμπί και αφήνοντας τα μακρουλά χέρια να ξεπροβάλλουν μέσα από το ύφασμα.
ο θείος Ρήγας
Έτσι του είχε άλλωστε κολλήσει και το παρατσούκλι "ο πράσινος σούπερμαν", που με τον καιρό έγινε "ο σούπερ πράσινμαν" και τελικά όλοι φωνάζαν το μικρό Δημητράκη, το γειτονάρχη της Κάτω Ακρογιαλιάς, σκέτο "Πράσινμαν".
ο Πράσινμαν Δημητράκης...
...κι εδώ που παίζει με τους επιδέξιους βόλους

Η μικρή Βαρβάρα ζούσε έναν εφιάλτη: ήξερε πως οι βόλοι που τις έδινε τόσα χρόνια ο Δημητράκης (ο Πράσινμαν), αλλά και οι γειτονάρχες πριν απ' αυτόν, ήταν τζούφιοι. Πότε γιατί οι πατεράδες και οι θείοι τους είχαν διαφωνίες - σχεδόν παντού, μέχρι και στο ντύσιμο οι δικοί της ντύνονταν πάντα στα γαλάζια και του γειτονάρχη στα πράσινα. Πότε γιατί έφτανε αργοπορημένη στη μοιρασιά, αφού μια ζωή ήταν αφηρημένη και έχανε την αίσθηση του χρόνου. Πότε πάλι γιατί τα άλλα παιδιά ήταν μεγαλύτερα και με μία απαλή σπρωξιά την πέταγαν ταπεινωμένη καταγής και έπαιρνε μόνο ό,τι είχε ξεμείνει. Μικροκαμωμένη μέσα στο γαλάζιο φόρεμά της υπόμενε καρτερικά όλες αυτές τις ταπεινώσεις κι ονειρευόταν τη μέρα που θα έπαιρνε την εκδίκησή της. Μια μέρα που θα γύριζε σπίτι της περήφανη .

Ένα υγρό, παγερό βράδυ μέσα στο καταχείμωνο, που ήταν κανονισμένη άλλη μια συνάντηση για να μοιράσει ο γειτονάρχης Πράσινμαν τους βόλους του, γυρνάει η αυστηρή μητέρα της Βαρβάρας και κοφτά της λέει: "Βάρβυ μου (έτσι τη φώναζε, αλλά η ίδια επέμενε τουλάχιστον να τη φωνάζει Μπάρμπυ) δεν θα πας πουθενά! Απόψε θα μείνεις σπίτι να διαβάσεις τα μαθήματα σου. Δεν επιτρέπεται στην ηλικία σου να μην ξέρεις ότι το αποκλείω γράφεται με -ει- κι όχι με -ι-". Η μικρή άλλο που δεν ήθελε, είχε βαρεθεί να είναι πάντα στην απέξω, είχε σιχαθεί και το Δημητράκη και τους τζούφιους του βόλους. Τους είχε σιχαθεί όλους και τώρα ήταν η ευκαιρία της. Θα καθόταν σπίτι και θα τους έκανε όλους με την επιδεικτική απουσία της να αναρωτηθούν γιατί δεν είχε εμφανιστεί στη μοιρασιά και στο παιχνίδι.
Έβαλε τις γαλάζιες της παντοφλίτσες και έκατσε λοιπόν σπίτι, περνώντας όλο το βράδυ πάνω από τα βιβλία της και μονολογώντας: "απόκλιση -θα τους δείξω εγώ- με γιώτα, αποκλεισμός -ποια είναι η Βαρβάρα- με έψιλον γιώτα".Στην καθιερωμένη συνάντηση των παιδιών, την ώρα που η μικρή Βαρβάρα μουρμούραγε πάνω από τα βιβλία της, κανείς δεν πήρε χαμπάρι την απουσία της. Μόνο στο τέλος, όταν είχανε μείνει μέσα στο πράσινο πουγκί του γειτονάρχη κάποιοι τζούφιοι βόλοι, την αναζητήσανε. Κι αυτό όχι με ιδιαίτερο ζήλο: κοιτάξανε μια στιγμή ανάμεσά τους, ύστερα καταγής (αφού συνήθως εκεί κατέληγε), κάποιος ψέλλισε "μου είπε πως δεν ενδιαφέρεται πια για τα παιχνίδια μας" και γρήγορα την ξεχάσανε και στρωθήκανε στο παιχνίδι.

Ο καιρός πέρναγε γρήγορα, είχε περάσει και το καλοκαίρι και όλα κυλούσαν ίδια: ο Πράσινμαν έκανε το κουμάντο στην Κάτω Ακρογιαλιά κι η μικρή Βάρβυ ακόμα δεν είχε μάθει ορθογραφία. Της είχε λείψει το παιχνίδι και, αν και περήφανη, έψαχνε μια αφορμή για να ξαναμπεί στην παρέα που την είχε λησμονήσει εντελώς. Η μεγάλη μάζωξη του Σεπτέμβρη, αυτή που πάντα συνέβαινε λίγο πριν ανοίξουν τα σχολεία, ήταν η κατάλληλη ευκαιρία.

Εκεί μαζεύονταν παιδιά από όλη την Κάτω Ακρογιαλιά και παίρνανε βόλους και άλλα μπιχλιμπίδια από τον γειτονάρχη, που τα μάζευε όλο το καλοκαίρι από τους θείους του που έρχονταν από την Αθήνα. Με το που ανοίγαν μάλιστα τα σχολεία, κανονίζανε και μαζευόντουσαν παιδιά από πολλές γειτονιές στον πρώτο εκκλησιασμό της χρονιάς στην εκκλησία της Παναγιάς.

Τη συγκέντρωση αυτή στην εκκλησία την είχανε βγάλει Ξυλοξένια, γιατί όσα παιδιά ήταν ξένα κι έρχονταν για πρώτη φορά έτρωγαν πολύ ξύλο από τους άλλους. Μάλιστα με τα χρόνια και η εκκλησία πήρε το όνομα "Παναγιά η Ξυλοξένια", γι αυτόν ακριβώς το λόγο.

Παναγιά η Ξυλοξένια

Σ' αυτή λοιπόν την προκαταρκτική συνάντηση, πριν ανοίξουν τα σχολεία, που θα μοιράζονταν τους βόλους του Πράσινμαν για να τους δείξουν στα άλλα παιδιά στην Ξυλοξένια, η μικρή Βαρβάρα ξέχασε να πάει. Ή σωστότερα, ξεχάστηκε και δεν πήγε. Είχε ξενυχτήσει όλο το βράδυ από την ανυπομονησία της που το πρωί δεν ξύπνησε στην ώρα της κι έτσι έχασε τη συγκέντρωση.

Ο γειτονάρχης δεν την αναζήτησε καν. Μόνο κάποιο παιδί ρώτησε "η Βαρβάρα που είναι;" και αυτός με ετοιμότητα απάντησε, σα να περίμενε μήνες για αυτήν την ερώτηση: "Βόλοι για τη Βαρβάρα τέλος. Αφού δεν ήθελε να έρθει στη συνάντηση του χειμώνα, κι αφού και σήμερα δεν είναι εδώ, πάει να πει ότι σταμάτησαν να της αρέσουν οι βόλοι. Καλύτερα έτσι, ποτέ δεν μου άρεσε το γαλάζιο της φουστάνι. Μπορώ μάλιστα να πω ότι κάτι τέτοιο μας συμφέρει αφού γλιτώνουμε κάποιους βόλους", δήλωσε καγχάζοντας με τη σιγουριά ότι ο θείος Ρήγας θα είναι πάντα στο πλάι του.

Βέβαια, τελικά κανείς δεν πήγε χαμένος. Και ο γειτονάρχης Πράσινμαν έκανε το κομμάτι του και η Ξυλοξένια έγινε με μεγάλη επιτυχία (και πολύ ξύλο), και η μικρή Βαρβάρα μπόρεσε να πάρει μέρος: κρυμμένη πίσω από τα μεγάλα μεταξωτά σορτσάκια - σωστά βρακιά- του γειτονάρχη και των βοηθών του κατάφερε και παρούσα να είναι χωρίς να γίνει αντιληπτή, και το ξύλο που παραδοσιακά έπεσε να γλιτώσει. Δηλαδή ήταν σαν να μην πήγε, μόνο που αυτή ήταν εκεί.
ο Γειτονάρχης αναζητεί το θείο Ρήγα

Γυρίζοντας σπίτι της μονολογούσε ξανά και ξανά "τέλος καλό όλα καλά", ξέροντας πως τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν πάει πολύ χειρότερα. Υποσχέθηκε μάλιστα στον εαυτό της ότι μόλις μάθει ορθογραφία και συντακτικό θα κοιτάξει να γράψει ένα γράμμα στους δικούς της θείους στην Αθήνα να της στείλουν βόλους για να μην έχει ανάγκη κανέναν. "Τέλος καλό όλα καλά" ψιθύρισε άλλη μια φορά δρασκελώντας το κατώφλι του σπιτιού της. Λίγο πριν κλείσει τη μεγάλη γαλάζια εξώπορτα χάιδεψε τους τζούφιους βόλους που είχε στην τσέπη της ζακέτας της μήνες τώρα και με ένα πονηρό και συνάμα χαζούλικο χαμόγελο είπε για τελευταία φορά "τέλος καλό όλα καλά"...



Ευτυχώς τα παραμύθια δεν είναι αλήθεια. Στην ενάρετη πολιτική μας ζωή της Κάτω Ακρογιαλιάς δεν υπάρχουν ούτε μαγαζάκια, ούτε βόλοι να μοιράζονται, ούτε πράσινοι και γαλάζιοι κόκκοι, ούτε ασύντακτα ανορθόγραφα δελτία τύπου ("επικεφαλή" εσείς; "απέκλισαν" εμείς...), ούτε πείσματα και έριδες.

Στην ενάρετη πολιτική ζωή μας τα κόμματα είναι φορείς πολιτισμού και συνεργασίας μεταξύ τους, φωτεινοί φάροι στην αποπροσανατόλιστη ζωή μας. Κι ελπίζουμε να παραμείνουν όλα ως έχουν: τουλάχιστον γελάμε κι εμείς οι φερόμενοι ως απολιτίκ ακομματίκ αναρχίκ ασιχτίριδες.


Τα παραμύθια δεν είναι αλήθεια, αλλά τουλάχιστον δεν είναι ψέματα.

Όποιος δεν ξέρει τι ακριβώς συνέβη ας αφεθεί στο επιμύθιο του παραμυθιού: όλοι χωράνε, και οι καλοί και οι κακοί.

Ή αν θέλει να μάθει περισσότερα για τα ατοπήματα του Γειτονάρχη μας και της δικής μας αρχόντισσας σχετικά με την έκθεση Φιλοξένια ας ρίξει μια ματιά εδώ κι εδώ
ή στα αντίστοιχα άρθρα του αντιπάριου, της αντιπ. φωνής και του φιλελεύθερου (που έχουν και ενδιαφέροντες σχολιασμούς).

Ψευδολόγων ανθρώπων έλεγχος εστί τα πράγματα



11 σχόλια:

kallitzakis είπε...

Έγραψε...

antiparos-blog είπε...

Οι πρωταγωνιστές έγραψαν πρώτοι.
=====
=;>)
=====

Τέλος καλό όλα καλά.

Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς δε ζούσαμε.

Ανώνυμος είπε...

γεια σου αντιπαρος με τα παραμύθια σου η καλύτερη οπτική γωνία να βλέπεις τα πολιτικά δρώμενα της περιοχής
εξάλλου ο άνθρωπος με το χιούμορ ξέχνα την μπαρμπι και τον γειτοναρχη και πλησιάζει τον θεό
τέλος καλό όλα αμοραλ για να μην πω ξεμοραλ

apneagr είπε...

http://citypress-gr.blogspot.com/2008/11/blog-post_7703.html
---------------------------------

http://apneagr.blogspot.com/2008/11/blog-post_9795.html
---------------------------------

Ανώνυμος είπε...

http://makelio.blogspot.com/2008/11/k_17.html

ParosPress είπε...

Καταπληκτικό.
γιατί και οι δύο τους μας ήρθαν κατά την αρχαία ρύση "Απ' όνων εφ' ίππους"

Ανώνυμος είπε...

http://troktiko.blogspot.com/2008/11/blog-post_7086.html

Ανώνυμος είπε...

Πραγματικά διασκεδαστικό και
πρωτότυπο.
Άξιο επαινετικών σχολίων.

Ανώνυμος είπε...

Kαι σ αυτό το blog εμφανίστηκε
ο μαιντανός της διαπλοκής Καλλιτζάκης.
Β Ο Η Θ Ε Ι Α ΑΑΑΑΑΑΑΑ

antiparos-blog είπε...

Πιο άξιοι από όλους αυτοί που αποτέλεσαν την έμπνευση.

Άραγε θα συνετισθούν; Με άλλα λόγια: είναι τα μπλογκς τρόπος καλλωπισμού της πολιτικής ζωής ή απλά γράφουμε αυτοψυχοθεραπευόμενοι;

Ανώνυμος είπε...

Για να μη με νοιάζουν
οι μακακίες της Βαρβυ
καπνίζω μαύρη.